
Είναι λάθος αυτό που λέγεται ότι η Ελλάδα «μπορεί να ζήσει από τον Πολιτισμό της». Δηλαδή «πουλώντας Πολιτισμό»… Είναι αλήθεια ότι έχει μεγάλο απόθεμα Πολιτιστικής κληρονομιάς… Είναι αλήθεια ότι αν το «πακετάρει» σωστά, το προωθήσει σωστά και το διαφημίσει επαρκώς, αυτό μπορεί να της αποφέρει τεράστια έσοδα.
Είναι αλήθεια, δηλαδή, ότι ο Πολιτισμός (όπως και ο Τουρισμός που μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με τον Πολιτισμό) είναι μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας.
Κι είναι ευτυχής σύμπτωση (που δεν συμβαίνει συχνά) η Ελλάδα να έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε δύο τομείς απόλυτα συμβατούς (και με σχεδόν απεριόριστες συνέργειες) μεταξύ τους.
Όμως, το να στραφούμε σε κάποιας μορφής «μονοκαλλιέργεια» Πολιτισμού (ή Πολιτισμού-Τουρισμού) θα ήταν λάθος.
Κάθε μονοκαλλιέργεια είναι λάθος. Γιατί περιορίζει τις επιλογές μιας κοινωνίας. Και παραμελεί άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν ή μπορούν να αναδείξουν οι άνθρωποί της.
Συνεπώς η Ελλάδα δεν πρέπει «να ζήσει» μόνο από τον Πολιτισμό.
Αλλά σίγουρα μπορεί να «ξελασπώσει» άμεσα με τον Πολιτισμό.
Φτάνει να αναδείξει το Πολιτιστικό αγαθό της με ολοκληρωμένη στρατηγική, να το αναπτύξει με επαγγελματισμό, να δημιουργήσει μια σύγχρονη «Πολιτιστική Βιομηχανία». Και να αξιοποιήσει συστηματικά όλες τις δυνατές συνέργειες με άλλους κλάδους, όπως ο Τουρισμός, η Εκπαίδευση, η Αειφορία (ανταγωνιστική αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος κλπ.)
Ας δούμε πρακτικά πως μπορεί να γίνει αυτό. Και τι μπορεί να σημαίνει.
Δίκτυο μουσείων και η αυτοχρηματοδότησή τους
* Η Ελλάδα έχει η μπορεί να αναπτύξει δέκα πολύ μεγάλα μουσεία (από την άποψη της δυνητικής επισκεψιμότητας και του διεθνούς ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν ή μπορούν να παρουσιάσουν με την κατάλληλη διαφήμιση).
* Έχει ακόμα καμιά 50αριά μεγάλα μουσεία (περίπου ένα σε κάθε νομό)
* Επί πλέον έχει ή μπορεί να αναπτύξει γύρω στα 150 μεσαία μουσεία (ένα σε κάθε επαρχία).
* Και τέλος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει 300 περιφερειακά μουσεία που συνδέονται με επί μέρους σημαντικά μνημεία (μνημειακά μουσεία) μικρότερου βεληνεκούς, αλλά με δυνατότητες σχετικά υψηλής επισκεψιμότητας αν αναπτυχθούν σωστά κι αν διαφημιστούν επαρκώς.
Τα περισσότερα από τα σημερινά μουσεία δεν βγάζουν τα έξοδά τους. Κι αυτό είναι δείκτης υπανάπτυξης. Όπου «υπανάπτυξη» εδώ εννοείται η ανεπαρκής αξιοποίηση υπάρχοντος περιουσιακού δυναμικού…
Τα μουσεία μας μπορούν να βγάζουν τα έξοδά τους, αν διαχυθεί το Πολιτιστικό προϊόν παντού, αν δικτυωθούν σωστά, αν διαφημιστούν σωστά, αν αναδιοργανωθούν λειτουργικά, αν αξιοποιηθούν όλες οι «παράπλευρες» υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν (εστιατόρια, καντίνες, συνεδριακές αίθουσες κλπ.), αν αποκτήσουν όλα δυνατότητες ψηφιακής αναπαράστασης με τεχνολογίες εικονικής πραγματικότητας κλπ.
Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή στα υπόγεια του Αρχαιολογικού Μουσείου, υπάρχουν θησαυροί πολλαπλάσιοι εκείνων που θα μπορούσε να εκθέτει το Μουσείο αυτό, ακόμα κι αν τριπλασίαζε τους εκθεσιακούς χώρους του.
Ένα μέρος αυτών των θησαυρών θα «απορροφηθεί» από την επέκτασή του. Ένα μέρος μπορεί να εκτίθεται σε περιοδικές εκθέσεις μέσα στο Μουσείο. Ένα μέρος ακόμα μπορεί να διατεθεί σε περιοδικές εκθέσεις άλλων μεγάλων περιφερειακών μουσείων της Ελλάδας. Κι ένα μέρος, τέλος, μπορεί να πηγαίνει περιοδικά σε μουσεία του εξωτερικού, με αντάλλαγμα δικές τους εκθέσεις σε δικά μας μουσεία.
Έτσι το αναξιοποίητο δυναμικό του Αρχαιολογικού (αλλά και άλλων μεγάλων Μουσείων μας) μπορεί ποικιλοτρόπως να ενισχύσει το δυναμικό όλων των ελληνικών μουσείων. Και το ενδιαφέρον τους και την επισκεψιμότητά τους…
Κι έτσι, όλα τα μουσεία μας να γίνουν αυτοχρηματοδοτούμενα.
Κι αυτό είναι απαραίτητο. Δεν μπορεί κάθε φορά που δημιουργούμε ένα μουσείο, να «χαρατσώνεται» ο έλληνας φορολογούμενος για τη συντήρησή του στο διηνεκές.
Δεν μπορεί η ανάδειξη της μοναδικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αντί για προβολή του ενεργητικού της χώρας να μεταφράζεται σε μόνιμο παθητικό για τον προϋπολογισμό της.
Η μετατροπή των μουσείων μας σε αυτοχρηματοδοτούμενους οργανισμούς αμέσως-αμέσως θα μειώσει το κόστος του Πολιτισμού από 80 μέχρι και 100 εκατομμύρια το χρόνο…
Αλλά αυτό είναι μόνον η αρχή…
Πωλήσεις ομοιωμάτων, παγκόσμια εμπορικά δίκτυα
Πρέπει ακόμα να γενικευθεί η αξιοποίηση της ζήτησης για ομοιώματα των πολιτιστικών μας θησαυρών. Όλων των ειδών, σε τρία τουλάχιστον μεγέθη (μινιατούρας, σαλονιού και φυσικού μεγέθους), από τρείς τουλάχιστον ποικιλίες υλικών (φτηνά, ενδιάμεσα και ακριβά), ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται όλες οι κατηγορίες επισκεπτών.
Ας υποθέσουμε ότι 10 εκατομμύρια άνθρωποι το χρόνο μπορούν να επισκέπτονται τα αναβαθμισμένα μουσεία μας σε πέντε χρόνια από σήμερα (κι αφού ολοκληρωθεί η ανασυγκρότησή τους σε αυτοχρηματοδοτούμενους οργανισμούς). Αν ένας στους δέκα αγοράζει ομοιώματα ξοδεύοντας κατά μέσον όρο 150-200 ευρώ, τότε μιλάμε για 150-200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Για φανταστείτε να δημιουργηθεί παγκόσμιος συρμός οι άνθρωποι να βάζουν στο καθιστικό τους ομοιώματα της αρχαίας κλασικής τέχνης, από την Καλιφόρνια ως τη Νέα Υόρκη, κι από το Τόκυο ως το Σύδνεϋ κι από το Τορόντο ως το Μπουένος Άϋρες κι από τη Στοκχόλμη ως την Μαδρίτη, κι από τη Μόσχα ως το Κίεβο…
Και δεν χρειάζεται πρώτα να έρχονται στην Ελλάδα κι ύστερα να τα προμηθεύονται. Μπορεί μέσα από τις ηλεκτρονικές πωλήσεις του διαδικτύου να συμβεί και το αντίθετο: πρώτα να τα προμηθεύονται κι ύστερα να έρχονται στην Ελλάδα για να απολαύσουν την κλασική αισθητική (κι όλη την μετά-κλασική παράδοση) σε όλες τις εκφάνσεις της.
Έτσι έχουμε ήδη καταλήξει ότι με δύο σημαντικά βήματα αναδιοργάνωσης της υποδομής που ήδη έχουμε μπορούμε να εξοικονομήσουμε 230 με 300 εκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή ένα ποσό που κυμαίνεται ανάμεσα στο 30% με το 50% των δημοσίων δαπανών για τον Προϋπολογισμό σήμερα!
Φυσικά αυτοί οι υπολογισμοί είναι απολύτως συντηρητικοί:
-- Για παράδειγμα δεν λαμβάνουν υπ’ όψον τις παραγγελίες ομοιωμάτων πάσης φύσεως από το εξωτερικό, μέσω ηλεκτρονικών αγορών από το διαδίκτυο.
-- Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τις δυνατότητες που δίνουν θεματικά πάρκα με επίκεντρο την Πολιτιστική μας κληρονομιά (όπως με θέμα τους Αρχαίους Έλληνες και τα Μαθηματικά, τους αρχαίους Έλληνες και τις Φυσικές Επιστήμες, τους αρχαίους Έλληνες και την Ιατρική κλπ.) με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας.
-- Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τις συνέργειες όλων αυτών με την Εκπαίδευση (σεμινάρια, μαθητών, φοιτητών απ’ όλο τον κόσμο), με τον Τουρισμό και με το φυσικό Περιβάλλον.
-- Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την αξιοποίηση και των αρχαιολογικών χώρων που μπορούν να μετατραπούν σε πολύ ελκυστικούς προορισμούς ξένων και Ελλήνων τουριστών – «ανοικτά μουσεία» – με χρήση επίσης ψηφιακών τεχνολογιών για να φαίνεται η αναπαράσταση του χώρου όπως ήταν στην αρχαιότητα.
Αν αξιοποιηθούν όλες αυτές οι συνέργειες κι αν αναπτυχθούν όλες αυτές οι υποδομές, πρώτον η τουριστική εισροή μπορεί να αυξηθεί πολλαπλά, όπως και η κατά κεφαλήν δαπάνη των τουριστών.
Η Ελλάδα μπορεί, αν δουλέψει σωστά, αν αξιοποιήσει τις σημερινές υποδομές της κι αυτές που μπορεί να αποκτήσει στο εγγύς μέλλον - μέσα σε μια 10ετία ως 15ετία - να βγάζει μέχρι πέντε δισεκατομμύρια ευρώ κεντρικά (χώρια από το εισόδημα που θα εισρέει στον ιδιωτικό τομέα).
Αν υπολογίσει κανείς τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν, τα νέα εισοδήματα που θα παραχθούν και θα διαχυθούν και τα πολλαπλασιαστικά τους αποτελέσματα μέσα στην υπόλοιπη οικονομία και στα δημόσια έσοδα – αντιλαμβάνεται ότι από μια αναπτυγμένη Πολιτιστική Βιομηχανία και τις συνέργειές της με τους άλλους κλάδους, μπορεί να καλυφθεί σημαντικό μέρος από το έλλειμμα στον Προϋπολογισμό κι από τους τόκους του δημοσίου χρέους, που σήμερα μας γονατίζουν.
Δεν καλούμαστε να μετατρέψουμε την Πολιτιστική μας κληρονομιά σε «εμπορεύσιμο προϊον», αλλά να την αξιοποιήσουμε ως Πολιτιστικό αγαθό. Κι είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε, γιατί ό,τι δεν αξιοποιείται απαξιώνεται.
Κι εκεί είναι η μεγάλη διαφορά:
Όχι να «εκμεταλλευτούμε» (δηλαδή να λεηλατήσουμε) το Πολιτιστικό μας απόθεμα.
Αλλά να το αξιοποιήσουμε (δηλαδή να του αποδώσουμε αξία).
Γιατί σήμερα το αφήνουμε κι απαξιώνεται…
Άλλη ανάπτυξη και Αειφορία…
Εδώ λοιπόν χρειάζονται επιχειρησιακά σχέδια, επί μέρους και συνολικά, βραχυχρόνια και μακροχρόνια, με ενδιάμεσους στόχους και μετρήσιμες αποδόσεις, που θα μπορούν να παρακολουθούνται και να τροποποιούνται, αξιοποιώντας και τα ΕΣΠΑ (τα κοινοτικά κονδύλια του Δ’ Πακέτου, όπως ήδη γίνεται σήμερα), αλλά και τις ΣΔΙΤ (συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα, πράγμα που δεν γίνεται ακόμα).
Ένα τέτοιο Σχέδιο σήμερα είναι απολύτως και άμεσα εφικτό.
Και θα αρχίσει να δίνει υπόσταση σε αυτό που ονομάζουμε «άλλη διακυβέρνηση», και «άλλη ανάπτυξη», με ανταγωνιστικότητα και σεβασμό στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, δηλαδή αυτό που ονομάζουμε Αειφορία.
Χώρια που θα έχει και την στήριξη όλης της κοινωνίας…
Γιατί όλοι έχουν μόνο να κερδίσουν:
* Οι αρχαιολόγοι, γιατί θα χρηματοδοτηθούν δεκάδες νέες μεγάλες ανασκαφές και θα δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας για τους συναφείς κλάδους.
* Οι τοπικές κοινωνίες γιατί θα ζωντανέψουν.
* Τα τουριστικά επαγγέλματα και οι τουριστικές επιχειρήσεις γιατί θα μπορέσουν αυτό που δεν κατάφεραν ως τώρα: να προσελκύσουν μαζικά ποιοτικό τουρισμό.
* Το δημόσιο γιατί θα μειώσει τις δαπάνες του και θα αυξήσει τα έσοδά του άμεσα και έμμεσα.
* Τα κατασκευαστικά επαγγέλματα και οι κατασκευαστικές επιχειρήσεις διότι θα επεκταθούν οι δραστηριότητές τους σε ένα νέο κλάδο (επεκτάσεις μουσείων και οικιστική ανάπτυξη γύρω από μεγάλα περιφερειακά κέντρα πολιτισμού).
* Χώρια από ένα σωρό άλλα επαγγέλματα όπου θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας (πληροφορική, μεταφορές, μαζικές κατασκευές ομοιωμάτων) κλπ.
Όλοι έχουν μόνο να κερδίσουν. Και μάλιστα όλο και περισσότερα όσο περνούν τα χρόνια.
Και το κράτος δεν έχει να επενδύσει πολλά, αφού σε πρώτη φάση θα αναδιαρθρωθούν οι ήδη υπάρχουσες υποδομές και στη συνέχεια η καλύτερη αξιοποίησή τους (μαζί με πόρους του ιδιωτικού τομέα) θα χρηματοδοτεί την περαιτέρω επέκτασή τους.
Σίγουρα δεν πρέπει να «ζήσουμε» (μόνο) από το Πολιτιστικό μας απόθεμα.
Αλλά μπορεί να μας «ξελασπώσει» άμεσα και να γίνει ένας κλάδος-οδηγός και για τα υπόλοιπα αναξιοποίητα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα.
Εμπρός λοιπόν, για μια ανταγωνιστική Πολιτιστική Βιομηχανία…
Κι είναι ευτυχής σύμπτωση (που δεν συμβαίνει συχνά) η Ελλάδα να έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε δύο τομείς απόλυτα συμβατούς (και με σχεδόν απεριόριστες συνέργειες) μεταξύ τους.
Όμως, το να στραφούμε σε κάποιας μορφής «μονοκαλλιέργεια» Πολιτισμού (ή Πολιτισμού-Τουρισμού) θα ήταν λάθος.
Κάθε μονοκαλλιέργεια είναι λάθος. Γιατί περιορίζει τις επιλογές μιας κοινωνίας. Και παραμελεί άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν ή μπορούν να αναδείξουν οι άνθρωποί της.
Συνεπώς η Ελλάδα δεν πρέπει «να ζήσει» μόνο από τον Πολιτισμό.
Αλλά σίγουρα μπορεί να «ξελασπώσει» άμεσα με τον Πολιτισμό.
Φτάνει να αναδείξει το Πολιτιστικό αγαθό της με ολοκληρωμένη στρατηγική, να το αναπτύξει με επαγγελματισμό, να δημιουργήσει μια σύγχρονη «Πολιτιστική Βιομηχανία». Και να αξιοποιήσει συστηματικά όλες τις δυνατές συνέργειες με άλλους κλάδους, όπως ο Τουρισμός, η Εκπαίδευση, η Αειφορία (ανταγωνιστική αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος κλπ.)
Ας δούμε πρακτικά πως μπορεί να γίνει αυτό. Και τι μπορεί να σημαίνει.
Δίκτυο μουσείων και η αυτοχρηματοδότησή τους
* Η Ελλάδα έχει η μπορεί να αναπτύξει δέκα πολύ μεγάλα μουσεία (από την άποψη της δυνητικής επισκεψιμότητας και του διεθνούς ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν ή μπορούν να παρουσιάσουν με την κατάλληλη διαφήμιση).
* Έχει ακόμα καμιά 50αριά μεγάλα μουσεία (περίπου ένα σε κάθε νομό)
* Επί πλέον έχει ή μπορεί να αναπτύξει γύρω στα 150 μεσαία μουσεία (ένα σε κάθε επαρχία).
* Και τέλος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει 300 περιφερειακά μουσεία που συνδέονται με επί μέρους σημαντικά μνημεία (μνημειακά μουσεία) μικρότερου βεληνεκούς, αλλά με δυνατότητες σχετικά υψηλής επισκεψιμότητας αν αναπτυχθούν σωστά κι αν διαφημιστούν επαρκώς.
Τα περισσότερα από τα σημερινά μουσεία δεν βγάζουν τα έξοδά τους. Κι αυτό είναι δείκτης υπανάπτυξης. Όπου «υπανάπτυξη» εδώ εννοείται η ανεπαρκής αξιοποίηση υπάρχοντος περιουσιακού δυναμικού…
Τα μουσεία μας μπορούν να βγάζουν τα έξοδά τους, αν διαχυθεί το Πολιτιστικό προϊόν παντού, αν δικτυωθούν σωστά, αν διαφημιστούν σωστά, αν αναδιοργανωθούν λειτουργικά, αν αξιοποιηθούν όλες οι «παράπλευρες» υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν (εστιατόρια, καντίνες, συνεδριακές αίθουσες κλπ.), αν αποκτήσουν όλα δυνατότητες ψηφιακής αναπαράστασης με τεχνολογίες εικονικής πραγματικότητας κλπ.
Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή στα υπόγεια του Αρχαιολογικού Μουσείου, υπάρχουν θησαυροί πολλαπλάσιοι εκείνων που θα μπορούσε να εκθέτει το Μουσείο αυτό, ακόμα κι αν τριπλασίαζε τους εκθεσιακούς χώρους του.
Ένα μέρος αυτών των θησαυρών θα «απορροφηθεί» από την επέκτασή του. Ένα μέρος μπορεί να εκτίθεται σε περιοδικές εκθέσεις μέσα στο Μουσείο. Ένα μέρος ακόμα μπορεί να διατεθεί σε περιοδικές εκθέσεις άλλων μεγάλων περιφερειακών μουσείων της Ελλάδας. Κι ένα μέρος, τέλος, μπορεί να πηγαίνει περιοδικά σε μουσεία του εξωτερικού, με αντάλλαγμα δικές τους εκθέσεις σε δικά μας μουσεία.
Έτσι το αναξιοποίητο δυναμικό του Αρχαιολογικού (αλλά και άλλων μεγάλων Μουσείων μας) μπορεί ποικιλοτρόπως να ενισχύσει το δυναμικό όλων των ελληνικών μουσείων. Και το ενδιαφέρον τους και την επισκεψιμότητά τους…
Κι έτσι, όλα τα μουσεία μας να γίνουν αυτοχρηματοδοτούμενα.
Κι αυτό είναι απαραίτητο. Δεν μπορεί κάθε φορά που δημιουργούμε ένα μουσείο, να «χαρατσώνεται» ο έλληνας φορολογούμενος για τη συντήρησή του στο διηνεκές.
Δεν μπορεί η ανάδειξη της μοναδικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αντί για προβολή του ενεργητικού της χώρας να μεταφράζεται σε μόνιμο παθητικό για τον προϋπολογισμό της.
Η μετατροπή των μουσείων μας σε αυτοχρηματοδοτούμενους οργανισμούς αμέσως-αμέσως θα μειώσει το κόστος του Πολιτισμού από 80 μέχρι και 100 εκατομμύρια το χρόνο…
Αλλά αυτό είναι μόνον η αρχή…
Πωλήσεις ομοιωμάτων, παγκόσμια εμπορικά δίκτυα
Πρέπει ακόμα να γενικευθεί η αξιοποίηση της ζήτησης για ομοιώματα των πολιτιστικών μας θησαυρών. Όλων των ειδών, σε τρία τουλάχιστον μεγέθη (μινιατούρας, σαλονιού και φυσικού μεγέθους), από τρείς τουλάχιστον ποικιλίες υλικών (φτηνά, ενδιάμεσα και ακριβά), ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται όλες οι κατηγορίες επισκεπτών.
Ας υποθέσουμε ότι 10 εκατομμύρια άνθρωποι το χρόνο μπορούν να επισκέπτονται τα αναβαθμισμένα μουσεία μας σε πέντε χρόνια από σήμερα (κι αφού ολοκληρωθεί η ανασυγκρότησή τους σε αυτοχρηματοδοτούμενους οργανισμούς). Αν ένας στους δέκα αγοράζει ομοιώματα ξοδεύοντας κατά μέσον όρο 150-200 ευρώ, τότε μιλάμε για 150-200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Για φανταστείτε να δημιουργηθεί παγκόσμιος συρμός οι άνθρωποι να βάζουν στο καθιστικό τους ομοιώματα της αρχαίας κλασικής τέχνης, από την Καλιφόρνια ως τη Νέα Υόρκη, κι από το Τόκυο ως το Σύδνεϋ κι από το Τορόντο ως το Μπουένος Άϋρες κι από τη Στοκχόλμη ως την Μαδρίτη, κι από τη Μόσχα ως το Κίεβο…
Και δεν χρειάζεται πρώτα να έρχονται στην Ελλάδα κι ύστερα να τα προμηθεύονται. Μπορεί μέσα από τις ηλεκτρονικές πωλήσεις του διαδικτύου να συμβεί και το αντίθετο: πρώτα να τα προμηθεύονται κι ύστερα να έρχονται στην Ελλάδα για να απολαύσουν την κλασική αισθητική (κι όλη την μετά-κλασική παράδοση) σε όλες τις εκφάνσεις της.
Έτσι έχουμε ήδη καταλήξει ότι με δύο σημαντικά βήματα αναδιοργάνωσης της υποδομής που ήδη έχουμε μπορούμε να εξοικονομήσουμε 230 με 300 εκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή ένα ποσό που κυμαίνεται ανάμεσα στο 30% με το 50% των δημοσίων δαπανών για τον Προϋπολογισμό σήμερα!
Φυσικά αυτοί οι υπολογισμοί είναι απολύτως συντηρητικοί:
-- Για παράδειγμα δεν λαμβάνουν υπ’ όψον τις παραγγελίες ομοιωμάτων πάσης φύσεως από το εξωτερικό, μέσω ηλεκτρονικών αγορών από το διαδίκτυο.
-- Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τις δυνατότητες που δίνουν θεματικά πάρκα με επίκεντρο την Πολιτιστική μας κληρονομιά (όπως με θέμα τους Αρχαίους Έλληνες και τα Μαθηματικά, τους αρχαίους Έλληνες και τις Φυσικές Επιστήμες, τους αρχαίους Έλληνες και την Ιατρική κλπ.) με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας.
-- Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τις συνέργειες όλων αυτών με την Εκπαίδευση (σεμινάρια, μαθητών, φοιτητών απ’ όλο τον κόσμο), με τον Τουρισμό και με το φυσικό Περιβάλλον.
-- Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την αξιοποίηση και των αρχαιολογικών χώρων που μπορούν να μετατραπούν σε πολύ ελκυστικούς προορισμούς ξένων και Ελλήνων τουριστών – «ανοικτά μουσεία» – με χρήση επίσης ψηφιακών τεχνολογιών για να φαίνεται η αναπαράσταση του χώρου όπως ήταν στην αρχαιότητα.
Αν αξιοποιηθούν όλες αυτές οι συνέργειες κι αν αναπτυχθούν όλες αυτές οι υποδομές, πρώτον η τουριστική εισροή μπορεί να αυξηθεί πολλαπλά, όπως και η κατά κεφαλήν δαπάνη των τουριστών.
Η Ελλάδα μπορεί, αν δουλέψει σωστά, αν αξιοποιήσει τις σημερινές υποδομές της κι αυτές που μπορεί να αποκτήσει στο εγγύς μέλλον - μέσα σε μια 10ετία ως 15ετία - να βγάζει μέχρι πέντε δισεκατομμύρια ευρώ κεντρικά (χώρια από το εισόδημα που θα εισρέει στον ιδιωτικό τομέα).
Αν υπολογίσει κανείς τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν, τα νέα εισοδήματα που θα παραχθούν και θα διαχυθούν και τα πολλαπλασιαστικά τους αποτελέσματα μέσα στην υπόλοιπη οικονομία και στα δημόσια έσοδα – αντιλαμβάνεται ότι από μια αναπτυγμένη Πολιτιστική Βιομηχανία και τις συνέργειές της με τους άλλους κλάδους, μπορεί να καλυφθεί σημαντικό μέρος από το έλλειμμα στον Προϋπολογισμό κι από τους τόκους του δημοσίου χρέους, που σήμερα μας γονατίζουν.
Δεν καλούμαστε να μετατρέψουμε την Πολιτιστική μας κληρονομιά σε «εμπορεύσιμο προϊον», αλλά να την αξιοποιήσουμε ως Πολιτιστικό αγαθό. Κι είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε, γιατί ό,τι δεν αξιοποιείται απαξιώνεται.
Κι εκεί είναι η μεγάλη διαφορά:
Όχι να «εκμεταλλευτούμε» (δηλαδή να λεηλατήσουμε) το Πολιτιστικό μας απόθεμα.
Αλλά να το αξιοποιήσουμε (δηλαδή να του αποδώσουμε αξία).
Γιατί σήμερα το αφήνουμε κι απαξιώνεται…
Άλλη ανάπτυξη και Αειφορία…
Εδώ λοιπόν χρειάζονται επιχειρησιακά σχέδια, επί μέρους και συνολικά, βραχυχρόνια και μακροχρόνια, με ενδιάμεσους στόχους και μετρήσιμες αποδόσεις, που θα μπορούν να παρακολουθούνται και να τροποποιούνται, αξιοποιώντας και τα ΕΣΠΑ (τα κοινοτικά κονδύλια του Δ’ Πακέτου, όπως ήδη γίνεται σήμερα), αλλά και τις ΣΔΙΤ (συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα, πράγμα που δεν γίνεται ακόμα).
Ένα τέτοιο Σχέδιο σήμερα είναι απολύτως και άμεσα εφικτό.
Και θα αρχίσει να δίνει υπόσταση σε αυτό που ονομάζουμε «άλλη διακυβέρνηση», και «άλλη ανάπτυξη», με ανταγωνιστικότητα και σεβασμό στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, δηλαδή αυτό που ονομάζουμε Αειφορία.
Χώρια που θα έχει και την στήριξη όλης της κοινωνίας…
Γιατί όλοι έχουν μόνο να κερδίσουν:
* Οι αρχαιολόγοι, γιατί θα χρηματοδοτηθούν δεκάδες νέες μεγάλες ανασκαφές και θα δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας για τους συναφείς κλάδους.
* Οι τοπικές κοινωνίες γιατί θα ζωντανέψουν.
* Τα τουριστικά επαγγέλματα και οι τουριστικές επιχειρήσεις γιατί θα μπορέσουν αυτό που δεν κατάφεραν ως τώρα: να προσελκύσουν μαζικά ποιοτικό τουρισμό.
* Το δημόσιο γιατί θα μειώσει τις δαπάνες του και θα αυξήσει τα έσοδά του άμεσα και έμμεσα.
* Τα κατασκευαστικά επαγγέλματα και οι κατασκευαστικές επιχειρήσεις διότι θα επεκταθούν οι δραστηριότητές τους σε ένα νέο κλάδο (επεκτάσεις μουσείων και οικιστική ανάπτυξη γύρω από μεγάλα περιφερειακά κέντρα πολιτισμού).
* Χώρια από ένα σωρό άλλα επαγγέλματα όπου θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας (πληροφορική, μεταφορές, μαζικές κατασκευές ομοιωμάτων) κλπ.
Όλοι έχουν μόνο να κερδίσουν. Και μάλιστα όλο και περισσότερα όσο περνούν τα χρόνια.
Και το κράτος δεν έχει να επενδύσει πολλά, αφού σε πρώτη φάση θα αναδιαρθρωθούν οι ήδη υπάρχουσες υποδομές και στη συνέχεια η καλύτερη αξιοποίησή τους (μαζί με πόρους του ιδιωτικού τομέα) θα χρηματοδοτεί την περαιτέρω επέκτασή τους.
Σίγουρα δεν πρέπει να «ζήσουμε» (μόνο) από το Πολιτιστικό μας απόθεμα.
Αλλά μπορεί να μας «ξελασπώσει» άμεσα και να γίνει ένας κλάδος-οδηγός και για τα υπόλοιπα αναξιοποίητα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα.
Εμπρός λοιπόν, για μια ανταγωνιστική Πολιτιστική Βιομηχανία…
.
.
epsilon-net.gr