Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

150 χρόνια από τη γέννηση του Κωστή Παλαμά


Εκατόν πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή Κωστή Παλαμά, που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεώτερης Ελλάδας.

Πρόκειται για έναν στοχαστή διαχρονικό και επίκαιρο, με τεράστιο ποιητικό έργο που υμνεί την ιστορία, τον Ελληνισμό και τον οραματισμό της «μεγάλης ιδέας» για την πατρίδα και παράλληλα ασχολείται με τον άνθρωπο και τα συναισθήματά του. Η λυρικότητα και η γλωσσοπλαστκή του δεινότητα είναι μοναδικές. Πέρα όμως από την ποιητική του οντότητα ο Κωστής Παλαμάς διακρίθηκε και για την κριτική, φιλολογική αλλά και διηγματογραφική του εργασία.
Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, μαζί με τους Νίκο Καμπά και Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής Σχολής...

Ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτολογικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Παράλληλα ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες κριτικούς. Σε αυτόν οφείλεται η επανεκτίμηση του έργου των Ανδρέα Κάλβου, Διονύσιου Σολωμού, της Επτανησιακής Σχολής εν γένει, του Κώστα Κρυστάλλη και άλλων.
.
Δύο φορές ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, ενώ σήμερα, "τιμής ένεκεν" φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα, ενώ στην οικία του στην Πάτρα, στεγάζεται το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά.
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859, από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Ο πατέρας του μάλιστα ήταν από οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα. Ο προπάππος του, Παναγιώτης Παλαμάς, είχε ιδρύσει την περίφημη Παλαμαία Σχολή, ενώ ο παππούς του, Ιωάννης, είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης.
Σε ηλικία έξι ετών, έχασε και τους δύο γονείς του, σε διάστημα σαράντα ημερών. Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας: τον μικρότερο αδελφό του η αδελφή της μητέρας του και εκείνον και τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Ο μεγάλος ποιητής έζησε εκεί από το 1867 έως το 1875, σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που επηρέασε τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από τα ποιήματά του που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.
Μόλις αποφοίτησε από το γυμνάσιο, το 1875, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή, σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του, αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ηλικία μόλις εννέα ετών έγραψε το πρώτο του ποίημα, το οποίο χαρακτήρισε ο ίδιος αργότερα «ποίημα για γέλια».
Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα κι ένα χρόνο αργότερα υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιδράσεις της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, η οποία απορρίφθηκε με τον χαρακτηρισμό «λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα». Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση, ήταν το 1878, το ποίημα «Μεσολόγγι».
Λίγο αργότερα, ο Κωστής Παλαμάς και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς και Γεώργιος Δροσίνης, άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες «Ραμπανάς» και «Μη χάνεσαι». Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, οι οποίοι τους αποκαλούσαν περιφρονητικά «παιδαρέλια» ή «ποιητές της Νέας Σχολής».
Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τραγούδια της Πατρίδος μου», στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκε την συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά.
Το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύθηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση «Ο Τάφος».
Στο μεταξύ είχε διοριστεί γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από όπου αποχώρησε το 1928. Από το 1897 άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι», «Ασάλευτη Ζωή», «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», «Η Φλογέρα του Βασιλιά». Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Πέθανε στις 3.20’ π.μ., ημέρα Σάββατο, της 27ης Φεβρουαρίου 1943, έπειτα από σοβαρή ασθένεια, σαράντα ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του, τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί, καθώς και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Το θλιβερό άγγελμα διαδόθηκε αστραπιαία από στόμα σε στόμα σε όλη τη γερμανοκρατούμενη πρωτεύουσα. Ο Παλαμάς δεν ανήκε πλέον στην οικογένειά του αλλά σε ολόκληρο το έθνος.
Στην κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, μια λαοθάλασσα έψαλλε με ρίγη εθνικής συγκίνησης τον Εθνικό Ύμνο. Κι ενώ το φέρετρο κατέβαινε στον τάφο, ακούστηκε η βροντώδης και θαρραλέα φωνή του Άγγελου Σικελιανού στον ύστατο ποιητικό–εθνικό αποχαιρετισμό, που ήταν ταυτόχρονα και μια δυναμική αντιστασιακή πράξη μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών.
«...Ηχήστε οι σάλπιγγες... καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα... Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Σημαίες της λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε!»
.
Το ποιητικό έργο
Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο σε έκταση και σε σημασία και είχε τεράστια απήχηση στην εποχή του. Διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Νίκος Ζαχαριάδης αισθάνθηκαν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στον Δωδεκάλογο του Γύφτου.
Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει ότι ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς. Το ενδιαφέρον για το έργο του μειώθηκε στην μεταπολεμική Ελλάδα όταν αφενός επικράτησαν διαφορετικά αισθητικά ρεύματα και αφετέρου υποχώρησε το ενδιαφέρον για την ποίηση γενικότερα.
Οι δύο πρώτες του συλλογές, Τραγούδια της πατρίδος μου και Τα μάτια της ψυχής μου είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α' Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας. Η πρώτη σημαντική στάση στο έργο του ήταν η συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), κυρίως για την ανανεωμένη μετρική της, με την εναλλαγή ιαμβικού και αναπαιστικού ρυθμού (ο ίδιος επισήμανε ότι παρακινήθηκε από την μετρική του Κάλβου), αλλά και για την εκφραστική λιτότητα και σαφήνεια.
Το επόμενο έργο του, ο Τάφος (1898), αποτελείται από ποιήματα - μοιρολόγια για τον θάνατο του γιού του Άλκη. Η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του κλείνει με την συλλογή Ασάλευτη Ζωή (1904), η οποία περιέχει υλικό από όλα τα προηγούμενα χρόνια της δράσης του. Κεντρική θέση στη συλλογή έχουν τα ποιήματα Η Φοινικιά (αναγνωρίζεται ως το καλύτερο ίσως έργο του), Ασκραίος και Αλυσίδες (συναποτελούν την ενότητα "Μεγάλα οράματα") και η ενότητα σονέτων Πατρίδες.
.
Η κορυφαία έκφραση της "λυρικής σκέψης" του Παλαμά είναι Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907). Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, τους αρχαίους, τους βυζαντινούς και όλες τις πατρίδες αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα. Θα καταλήξει προσκυνώντας τη Φύση και την Επιστήμη.
Η Φλογέρα του βασιλιά (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β' ("Βουλγαροκτόνου") στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή την σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του μακεδονικού αγώνα.
Μετά τις μεγάλες συνθέσεις επανήλθε σε μικρότερες λυρικές φόρμες, με τις συλλογές Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας και Η Πολιτεία και η Μοναξιά (1912), μαζί με τις οποίες εξέδωσε και τα σατιρικά ποιήματά του (Σατιρικά γυμνάσματα). Στις επόμενες συλλογές του γενικά δεν παρουσιάστηκε κάτι νέο στην ποιητική του εξέλιξη, παρά μόνο στις τελευταίες, Ο κύκλος των τετράστιχων (1929) και Οι νύχτες του Φήμιου(1935): αποτελούνται αποκλειστικά από σύντομα, τετράστιχα ποιήματα.
.
Η σχέση με τον δημοτικισμό
Η εποχή της εμφάνισης του Κωστή Παλαμά, αλλά και των άλλων ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής συνέπεσε με την έξαρση του προβληματισμού για το γλωσσικό ζήτημα: το 1888 εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη, ενώ είχε προηγηθεί η διαμάχη Κωνσταντίνου Κόντου- Δημ. Βερναρδάκη, το 1882. Ενώ σταδιακά στην ποίηση η δημοτική καθιερώθηκε (με τη συμβολή και των ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής), στην πεζογραφία (και φυσικά στον επίσημο λόγο) επικρατούσε η καθαρεύουσα. Ο Παλαμάς, υποστηρικτής της δημοτικής, υποδέχθηκε με ευνοϊκή κριτική το Ταξίδι μου: μια μόλις μέρα αφ' ότου το διάβασε, έγραψε το άρθρο "Το επαναστατικόν βιβλίον του κ. Ψυχάρη", εκφράζοντας ενθουσιώδεις κρίσεις, χωρίς βέβαια να παραλείψει να επισημάνει και τις ακρότητες του συγγραφέα. Η υποστήριξή του προς όλες τις προσπάθειες καθιέρωσης της δημοτικής ήταν συνεχής και έμπρακτη: συνεργαζόταν με το περιοδικό-όργανο του δημο
τικισμού Ο Νουμάς από το πρώτο κιόλας τεύχος και στη δημοτική έγραψε όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και τα (λίγα) διηγήματά του.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ στο λογοτεχνικό (και αργότερα και στο κριτικό) έργο χρησιμοποιούσε την δημοτική, ως Γραμματέας του Πανεπιστημίου ήταν υποχρεωμένος να συντάσσει τα επίσημα έγγραφα σε αυστηρή καθαρεύουσα: όπως ανέφερε ο ίδιος σε επιστολή του, στην φιλολογική του εργασία ήταν "μαλλιαρός" και στην υπηρεσία του "αττικιστής απ' την κορφή ως τα νύχια". Η επίσημη θέση του όπως ήταν φυσικό δύσκολα μπορούσε να συνδυαστεί με την υποστήριξη στον δημοτικισμό: βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο επιθέσεων, ειδικά κατά τα "Ευαγγελικά" (1901) και τα "Ορεστειακά" (1903). Παρά ταύτα ο ίδιος δεν δίστασε να δηλώσει δημοσίως ότι ο δημοτικισμός ήταν η αρετή του (1908).