Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ Ν.Δ. ΣΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΕΖΑΣ

«Να κυβερνούμε δια του παραδείγματος και με δικαιοσύνη»

Στην αρμόδια Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, ξεκίνησε σήμερα η τριήμερη συζήτηση για το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2013. Στην ομιλία του, ο Γενικός Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας και Βουλευτής Θεσπρωτίας κ. Αντώνης Μπέζας, μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Η κοινοβουλευτική συζήτηση για τον προϋπολογισμό, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μόνο οικονομική. Δεν μπορεί να έχει μόνο τεχνικά χαρακτηριστικά, θα πρέπει να είναι πρωτίστως πολιτική. Πολύ περισσότερο, που αρκετά από τα μεγέθη του προσχεδίου είναι αβέβαια, με την έννοια ότι πρόκειται να μεταβληθούν, ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων.

Αστάθεια και αβεβαιότητα, δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Υπάρχουν στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον και σε συνδυασμό με τις υφεσιακές πιέσεις σε αρκετές αναπτυγμένες οικονομίες και τη συνεχιζόμενη κρίση χρέους σε αρκετά κράτη- μέλη της Ευρωζώνης, επηρεάζουν δυσμενώς το οικονομικό κλίμα και στη χώρα μας και επιβαρύνουν την αποτελεσματικότητα των όποιων προσπαθειών βρίσκονται σε εξέλιξη.
Παρ’ όλα αυτά, επειδή η συζήτηση θα πρέπει να είναι κατεξοχήν πολιτική, πρέπει να λέμε στους πολίτες την αλήθεια, χωρίς πολιτικά παιχνίδια και μικροπολιτικά τεχνάσματα, γιατί μόνο η αλήθεια θα μας δώσει, ως πολιτικό σύστημα, το ηθικό πλεονέκτημα που χρειαζόμαστε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.
Δεν φταίει μόνο η διεθνής οικονομική κρίση. Φταίει και το γεγονός ότι η κρίση μας βρήκε, ως χώρα, υπερχρεωμένους. Φταίει και το γεγονός, ότι από τότε πού ενταχθήκαμε στην Ευρώπη, δεν δώσαμε ποτέ προσοχή στη διάσταση της ανταγωνιστικότητας. Οι πολιτικές που εφαρμόζαμε στηρίζονταν πάνω σε δύο βασικούς άξονες, που αποδείχθηκαν λανθασμένοι και έωλοι. Πως θα μεγιστοποιηθούν οι ετήσιοι δείκτες ανάπτυξης μέσω της κατανάλωσης, και πως θα γίνει αναδιανομή του πλούτου μέσω του φορολογικού συστήματος και των κρατικών ενισχύσεων. Τώρα, πληρώνουμε το τίμημα αυτών των πολιτικών.
Η ανταγωνιστικότητα σκεπάστηκε κάτω από το νέφος της γραφειοκρατίας, κάτω από το πλήθος των αντικινήτρων για την καινοτομία, κάτω από την κυριαρχία των ολιγοπωλίων σε όλα τα επίπεδα, κάτω από μια σειρά στρεβλώσεων της αγοράς και την κατάχρηση ισχύος των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Όταν όμως υπολείπεσαι στην ανταγωνιστικότητα, τότε παράγονται υψηλά ελλείμματα, τόσο στον προϋπολογισμό, όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Και όταν συμβαίνει αυτό, τότε δανείζεσαι όλο και περισσότερο και μεταφέρεις τα βάρη στις επόμενες γενιές. Αυτό ακριβώς συνέβαινε στην πατρίδα μας τα τελευταία σχεδόν τριάντα χρόνια».

«Αν δεν προχωρούσαμε τώρα στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων από την προηγούμενη κυβέρνηση και ερχόμασταν σε σύγκρουση με τους εταίρους μας – σύγκρουση που με τόση ευκολία πρεσβεύουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης- αν δεν χτυπούσαμε τώρα τα σκανδαλώδη προνόμια του παρελθόντος και αφήναμε τα πράγματα όπως ήταν, τότε θα αναγκαζόμασταν να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή και τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα για όλους μας και για πολλά ακόμη χρόνια. Και στο μεταξύ, η Ελλάδα θα πλήρωνε τεράστιο κόστος, γιατί μια χώρα αποδυναμωμένη εσωτερικά και απομονωμένη διεθνώς, θα ήταν ο ευκολότερος στόχος για όσους επιβουλεύονται τα εθνικά συμφέροντα και τον εθνικό μας πλούτο.
Αυτό, έπρεπε να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο και θα το αποφύγουμε, αρκεί να τηρήσουμε ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις:
Πρώτον, σε κάθε βήμα μας, να εργαζόμαστε για την οικοδόμηση της ευρύτερης δυνατής κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης, γιατί η κοινωνία έχει εξαντλήσει τα όριά της, η κοινωνική συνοχή κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα και οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί.
Δεύτερον, να κυβερνούμε δια του παραδείγματος και με δικαιοσύνη, γιατί όταν ζητάς από τους πολίτες να στερηθούν ακόμη και από το υστέρημά τους, δεν μπορείς ως πολιτικό σύστημα να μην συμπεριλαμβάνεις τον εαυτό σου στις περικοπές, ούτε να αφήνεις τους «επιτήδειους» να ροκανίζουν πολύτιμους δημόσιους πόρους.
Τρίτον, την ώρα που επιβάλλονται σκληρά μέτρα, να προσπαθούμε συγχρόνως να επιλύουμε και κάποια από τα άλλα προβλήματα της κοινωνίας. Γιατί δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ένας πρωθυπουργός και δύο- τρία υπουργεία και όλοι άλλοι να περιμένουν, σε μια «πολεμική» υποτίθεται κυβέρνηση, που σχηματίσθηκε για να αντιμετωπίσει μια πολυεπίπεδη οικονομική και κοινωνική κρίση.
Τέταρτον, και πολύ ουσιαστικό κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτό το γκρίζο περιβάλλον της βαριάς απαισιοδοξίας, οφείλουμε να είμαστε πρακτικοί και προσγειωμένοι, αλλά ταυτόχρονα να δίνουμε ένα μήνυμα Ελπίδας και Προοπτικής. Γιατί μια χώρα που υποαπασχολεί τόσο μεγάλο μέρος του δυναμικού της, έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης αν κάνει μια πραγματική στροφή στην παραγωγή και την ποιότητα».
«Παρά την άνιση μέχρι σήμερα κατανομή των θυσιών -που είναι βέβαια μεγάλες και που οι εταίροι μας τώρα τις αναγνωρίζουν- παρά την τραγική καθυστέρησή μας στις μεταρρυθμίσεις, παρά την αποτυχία μας στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, παρά την ανικανότητά μας να δημιουργήσουμε το αίσθημα ότι υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη. Παρά όλα αυτά, έχουμε προχωρήσει σε αρκετά πράγματα. Έχουμε πλησιάσει, πολύ κοντά σε ένα μεγάλο στόχο. Είμαστε μια «ανάσα» από το σημείο, που θα έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού, θέτει αυτό το σημαντικό για την πατρίδα μας στόχο, για το τέλος του 2013. Μας μένει επομένως ένας ακόμη χρόνος για να τον φθάσουμε.
Θέλουν όλοι να το πετύχουμε; Θα μου επιτρέψετε να ισχυρισθώ πως όχι όλοι. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμη πολλοί, και στα δύο άκρα του πολιτικού συστήματος, που επιχειρούν να κερδοσκοπήσουν πολιτικά από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα.
Μας οδηγούν στη σύγκρουση με τους εταίρους μας, όταν γνωρίζουν ότι επαναδιαπραγμάτευση μπορεί να γίνει όταν εξακολουθούμε να έχουμε απέναντί μας, στο ίδιο τραπέζι όμως, αυτούς με τους οποίους πρόκειται να διαπραγματευτούμε.
Διαμαρτύρονται για κάθε αλλαγή που σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί, αλλά δεν μας είπαν ποτέ για την τραγική κατάσταση που θα βίωνε η χώρα και τις πολλαπλάσιες περικοπές που θα ήμασταν αναγκασμένοι να κάνουμε, αν φεύγαμε από το ευρώ ή ακολουθούσαμε αμφιλεγόμενες λύσεις, τις οποίες πρεσβεύουν μικρά μειοψηφικά κόμματα στην Ευρώπη.
Ανακάλυψαν ξαφνικά την ανάπτυξη, αλλά δεν μας εξηγούν ποτέ πως θα έλθει πάλι η ανάπτυξη αν διατηρήσουμε άθικτη την γραφειοκρατία, αν αυξήσουμε πάλι τους δημόσιους υπαλλήλους, αν δεν αγγίξουμε τους μεγάλους αλλά και τους χιλιάδες μικρούς φοροφυγάδες, αν δεν φέρουμε επενδύσεις, αν δεν κάνουμε αποκρατικοποιήσεις, αν δεν κάνουμε τη χώρα φιλική στην επιχειρηματικότητα.
Θέλω να δηλώσω ξεκάθαρα, ότι γνωρίζουμε την κατάσταση που υπάρχει στην κοινωνία και την ευθύνη που έχουμε. Δεν ζούμε σε γυάλινο πύργο, δεν είμαστε ανάλγητοι, ούτε χαρίζουμε σε άλλους το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας.
Καθώς αυτή η κρίση είναι σε πλήρη εξέλιξη, για εμάς, που εκπροσωπούμε αυτή τη μεγάλη και ιστορική παράταξη της Νέας Δημοκρατίας και που στηρίζουμε τις προσπάθειες του Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, δεν είναι μόνο αναγκαίο να μην επιτρέψουμε να επιβληθεί στην κοινωνία η κερδοσκοπία των πολιτικών άκρων, είναι επίσης και μια μεγάλη ευκαιρία να σπάσουμε επιτέλους τον φαύλο κύκλο του λαϊκισμού.
Γιατί, για να ξεπεράσουμε την κρίση και να οικοδομήσουμε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα με περήφανους πολίτες, δεν αρκεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος της ύφεσης. Χρειάζεται να σπάσει και ο φαύλος κύκλος του λαϊκισμού, του ανέξοδου και εύκολου λαϊκισμού, που είναι στη ρίζα των κακών της τελευταίας τριακονταετίας».