Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

'' Σαν το λίγο το νερό''


Το Βιβλιοπωλείο Μητσέλου παρουσίασε στο αμφιθέατρο του ΤΕΙ Ηγουμενίτσας το νέο βιβλίο του συντοπίτη συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου '' Σαν το λίγο το νερό'' . Για το έργο μίλησε ο ίδιος ο συγγραφέας

Είναι στιγμές που τα λόγια δεν φτάνουν να περιγράψεις τα συναισθήματα που πηγάζουν από εκδηλώσεις που έχουν λόγο και ουσία και μιλάνε τις αλήθειες της ψυχής. Εκτός και να χρησιμοποιήσεις την γλώσσα του συντοπίτη συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου που ακριβώς πριν μία εβδομάδα παρουσίασε στην πόλη που μεγάλωσε το νέο του συγγραφικό πόνημα «Σαν το λίγο το νερό». Μια πρωτοβουλία του Βιβλιοπωλείου Μητσέλου και των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα που για τους βιβλιόφιλους της πόλης αλλά και για τον ίδιο τον συγγραφέα είχε ξεχωριστή σημασία, αφού ο τελευταίος βρέθηκε σε οικείο περιβάλλον, ενώ οι φίλοι του βιβλίου είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν μαζί του τόσο για το πρόσφατο όσο και για το γενικότερο συγγραφικό του έργο.
Σαν το λίγο το νερό και ο Σωτήρης Δημητρίου μας παίρνει μαζί του στο ταξίδι μια ψυχής εκεί η ψυχή ανακαλύπτει το χαμένο θησαυρό της γλώσσας που όλοι απωλέσαμε, εκείνη τη γλώσσα που κράτησε και δημιούργησε πολιτισμό και εσωτερικές αντιστάσεις στα χωριά. Ο συγγραφέας μίλησε για την οντολογία της λογοτεχνίας τις συμβατές αποτυχίες που ως ευλογία τον οδήγησαν σ' αυτήν την έκφραση που κύριο εργαλείο της έχει τη γλώσσα και χαρακτήρισε τον εαυτό του τυχερό που βίωσε και μεγάλωσε με το γλωσσικό ιδίωμα της Μουργκάνας.
Μια γλώσσα πλούσια γεμάτη εικόνες που χαρακτήρισε έναν αδιαμεσολάβητο τρόπο ζωής που δυστυχώς έχει εκλείψει. Τόσο ο τρόπος ζωής όσο και η γλώσσα που έχει μείνει μόνο στα στόματα και στις ψυχές των γηραιότερων και ιδίως των γυναικών όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Σωτήρης Δημητρίου. Μια γλώσσα λοιπόν που άντεξε τα χρόνια της τουρκοκρατίας δημιουργώντας γηγενή πολιτισμό και ισοπεδώθηκε από το νεοελληνικό κράτος και το εκπαιδευτικό σύστημα που καθιέρωσε. Ένα Σχολείο και εκπαιδευτικό σύστημα που δεν τη σεβάστηκε και την απαξίωσε αφήνοντας την ψυχή των ανθρώπων γυμνή από την γλώσσα των συναισθημάτων και λαβωμένη αφού δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ακουμπήσει κάπου τον συναισθηματικό της πλούτο...Εγκαταλείψαμε μια γλώσσα εικονοποιητική, μεταφορική και ευχάριστη στην ακοή και με αυτόν τον τρόπο κόψαμε σύρριζα το δέντρο του πολιτισμού θα πει στην παρουσίαση του βιβλίου ο συγγραφέας. Μόνο στις παροιμίες μπορείς να ανακαλύψεις το απαύγασμα και την σοφία αυτής της γλώσσας αλλά και του λαού που αποθήκευε την γνώση του μέσα στις γλωσσικές εκφράσεις που ήταν καθημερινές. Έπειτα ήρθε ο σύγχρονος απάνθρωπος αστικό τρόπος ζωής που στην ουσία θεώρησε υποδεέστερη αυτή την γλώσσα που το σφρίγος τη ζωντάνια και τον λεκτικό της πλούτο για να μείνει στο στερεότυπο, ρηχό και σχεδόν στείρο τρόπο επικοινωνίας μας που δεν διαθέτει χρωματισμούς και συναισθηματικό βάθος. Έτσι θα καταλήξει ο συγγραφέας θα ήταν πολύ όμορφη η ζωή μας αν είχαν σεβαστεί τη γλώσσα μας, αλλά αφελώς και από άγνοια κινδύνου πέσαμε στην παγίδα, χάσαμε το τέλειο γλωσσικό εργαλείο και παραμένουμε καθηλωμένοι σε τρόπους έκφρασης που μας έχει δώσει η σχολική γλώσσα μέσα από δρόμους και όχι άμεσα μέσα από την αλήθεια και την ανάγκη της ψυχής.

Λίγα λόγια για το βιβλίο (από την περίληψη του έργου)
Πρόκειται για την περιδιάβαση μιας ψυχής μετά θάνατον στο εσωτερικό τοπίο του ανθρώπου. Κυρίως στις σκοτεινές μεριές του, στα ανομολόγητα και στις πληγές του. Είναι ακόμα μια περιδιάβαση στους οικισμούς του ανθρώπου. Αντιπαραβάλλει ο συγγραφέας τα πρόσωπα και τα άτομα, τις δυσκολίες και τα καλά των ανθρώπινων κοινωνιών. Είναι επίσης μια περιδιάβαση ανάμεσα στην περιφρονημένη και αδιαμεσολάβητη δημώδη γλώσσα και στη σχολική νεοελληνική γλώσσα. Και τέλος, είναι μια περιπλάνηση στους αιθέρες, στο Σύμπαν. Αυτή η ψυχή, που έχει νοερά τη δυνατότητα να παίρνει την ανθρώπινη υπόσταση, μας δείχνει το Σύμπαν σαν ένα τεράστιο λούνα παρκ. Κατά την περιπλάνηση ξεχνιέται στα θεσπέσια θεάματα του, αλλά ο βασικός της σκοπός είναι να ξαναγυρίσει στη Γη. Δεν τελειώθηκε η ζωή αυτού του πλάσματος και θέλει με μεγάλη ζέση και υπό την πίεση αφόρητης νοσταλγίας να επιστρέψει. Ίσως άμα ξαναβρεί τη Γη, καταφέρει να αρθεί η βασική ψυχική εκκρεμότητα που τον βασάνιζε ως άνθρωπο.Είναι η έλλειψη, εκ μέρους του, της συμπόνοιας; Είναι η επιδίωξη, έστω και μετά θάνατον, της ιδανικής αγάπης; Είναι η αναζήτηση της πηγαίας γλώσσας; Είναι το αίτημα της ελευθερίας; Ή βαθύτερα ακόμα, η αναζήτηση της ξεγνοιασιάς

Βδελλα